Podcast: “Πάρκο Εργατιάς”
Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ για την ιστορία των Λιπασμάτων και των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν στην περιοχή

Το “Πάρκο Εργατιάς” είναι ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων που ρίχνει φως στην ιστορία των Λιπασμάτων και των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν στην περιοχή.

Σε κάθε επεισόδιο, ερευνητές, τοπικοί φορείς, κάτοικοι της περιοχής, και πρώην εργαζόμενοι αφηγούνται ιστορίες πίσω από την άνοδο και την πτώση του εργοστασίου, τα σιωπηλά χρόνια της εγκατάλειψής του, και τους μακροχρόνιους αγώνες που οδήγησαν στο σήμερα.

«Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας, στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή», έγραψε ο Τάσος Λειβαδίτης πίσω στο 1960, ένας στίχος που έμεινε ανεξίτηλος στη συλλογική μνήμη μέσα από τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Κρατώντας στο νου το τραγούδι και ακολουθώντας το μονοπάτι δίπλα στη θάλασσα, στο σημερινό πάρκο των Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα, συναντάς οικογένειες σε αυτοσχέδια παιδικά πάρτυ ή παρέες να χαζεύουν ξέγνοιαστα τη θάλασσα και αναρωτιέσαι γιατί ο Λειβαδίτης να έγραψε έναν τόσο πονεμένο στίχο.
Την προσοχή τραβάει απότομα η επιβλητική ασπροκόκκινη καμινάδα και το σιλό, εκεί που κάποτε βρισκόταν το εργοστάσιο των Λιπασμάτων και καταλαβαίνεις ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντα ξέγνοιαστα σε αυτή την πόλη. Στα ερείπια των μονάδων του εργοστασίου, κρύβονται οι μνήμες μιας πόλης που γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της.

Πώς το εργοστάσιο που όρισε τη μοίρα της Δραπετσώνας κατάφερε να μετατραπεί σε ένα πάρκο-σύμβολο κοινωνικών διεκδικήσεων για το δικαίωμα στο δημόσιο χώρο; Ποια η πραγματικότητα των κατοίκων και εργαζομένων του εργοστασίου για σχεδόν έναν αιώνα και ποιο το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν;

Ακούστε τα επεισόδια μέσα από το κανάλι του Πολυχώρου Λιπασμάτων στο spotify, στα google και apple podcast.

  • Για άτομα με προβλήματα ακοής μπορείτε να διαβάσετε το περιεχόμενο του κάθε επεισοδίου παρακάτω.
  • Τα νέα επεισόδια θα ανεβαίνουν στις πλατφόρμες podcast κάθε δύο εβδομάδες. Μείνετε συντονισμένοι στα social media του Πολυχώρου για να ενημερώνεστε σχετικά με την πρεμιέρα κάθε νέου επεισοδίου.

Το “Πάρκο Εργατιάς” είναι ένα έργο του Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Κερατσινίου – Δραπετσώνας σε συνεργασία με τον οργανισμό COMM’ON με την υποστήριξη του Δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας. Η παραγωγή έγινε από την Spoovio με την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού.

  • Έρευνα – Σενάριο – Αφήγηση:
    Έλλη Ξυπολιτάκη

  • Sound Design – Μίξη ήχου:
    Βασίλης Βήτας, Έλλη Ξυπολιτάκη

Trailer

Διαβάστε περισσότερα
Η ελληνική πολιτεία χρωστάει, κυριολεκτικά, σε αυτό τον τόπο για αυτό που υπέστη έναν αιώνα και τρεις γενιές κατοίκων της.
Για εμάς ήταν μια ουτοπία το να μπορέσουμε να φτάσουμε τη θάλασσα. Έτσι το βλέπαμε.

«Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας, στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή», γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης πίσω στο 1960, ένας στίχος που έμεινε ανεξίτηλος στη συλλογική μνήμη μέσα από τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Κρατώ στο νου μου το τραγούδι και ακολουθώ το μονοπάτι δίπλα στη θάλασσα, στο σημερινό πάρκο των Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα. Στη διαδρομή, συναντώ οικογένειες σε αυτοσχέδια παιδικά πάρτυ ή παρέες να χαζεύουν ξέγνοιαστα τη θάλασσα και αναρωτιέμαι γιατί ο Λειβαδίτης να έγραψε έναν τόσο πονεμένο στίχο. Την προσοχή μου τραβάει απότομα η επιβλητική ασπροκόκκινη καμινάδα και το σιλό, εκεί που κάποτε βρισκόταν το εργοστάσιο των Λιπασμάτων. Καταλαβαίνω ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντα ξέγνοιαστα σε αυτή την πόλη. Στα ερείπια των μονάδων του εργοστασίου, κρύβονται οι μνήμες μιας πόλης που γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της.

Είμαι η Έλλη Ξυπολιτάκη και αυτό είναι το «Πάρκο Εργατιάς», ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων που ρίχνει φως στην ιστορία των Λιπασμάτων και των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν στην περιοχή. Σε κάθε επεισόδιο, συνομιλώ με ερευνητές, τοπικούς φορείς, κατοίκους της περιοχής, και πρώην εργαζομένους, προκειμένου να ανακαλύψω τις ιστορίες πίσω από την άνοδο και την πτώση του εργοστασίου, τα σιωπηλά χρόνια της εγκατάλειψής του, και τους μακροχρόνιους αγώνες που οδήγησαν στο σήμερα.

Το «Πάρκο Εργατιάς» είναι μια παραγωγή του Spoovio σε συνεργασία με τον Πολυχώρο Λιπασμάτων, το Κέντρο Δια Βίου Μάθησης Κερατσινίου – Δραπετσώνας, τον οργανισμό COMM’ON και το Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας. Πραγματοποιείται με την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Μια Κοινωνία Γεννιέται στις Μάντρες των Εργοστασίων

Διαβάστε περισσότερα

Στο πρώτο επεισόδιο ακούγονται οι:

  • Ελένη Κυραμαργιού (ΕΚ): Ιστορικός, Εντεταλμένη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
  • Νίκος Μπελαβίλας (ΝΜ): Καθηγητής Πολεοδομίας και Ιστορίας της πόλης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Επιστημονικός Υπεύθυνος για το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Πολυχώρου Λιπασμάτων Δραπετσώνας
Ν.Μ: «Έχουμε συνοικισμούς οι οποίοι κυριολεκτικά ακουμπάνε τα εργοστάσια, με χιλιάδες ανθρώπους που κατοικούν εκεί και κάθε πρωί είναι στημένοι για το μεροκάματο, είτε ως εργολαβικοί εργάτες είτε ως μόνιμοι εργάτες των λιπασμάτων που φτάνουν να μετράνε πάνω από 3.000 χέρια εργατικά στη περίοδο της άνθησης τους.»

Ο χώρος των Λιπασμάτων σήμερα δε μοιάζει σε τίποτα με τον παλιό του εαυτό. Πλέον δεν υπάρχουν εργάτες στημένοι στην ουρά για το μεροκάματο, αλλά άνθρωποι που κάνουν βόλτες, αθλούνται ή συμμετέχουν σε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Το μόνο πράγμα που θυμίζει το παρελθόν, είναι οι τέσσερις εργοστασιακές μονάδες που στέκονται αγέρωχες στο χώρο μαζί με τις προσωπικές αφηγήσεις όσων τα έζησαν. Όμως η ιστορία των Λιπασμάτων, είναι μια ιστορία τόσο παλιά όσο η ιστορία της ίδιας της πόλης και για να κατανοήσουμε το σήμερα, θα πρέπει να πάμε πίσω, στον προηγούμενο αιώνα, τότε που η ίδρυση του εργοστασίου των Λιπασμάτων έχτισε τα θεμέλια ολόκληρης της Δραπετσώνας.

Είμαι η Έλλη Ξυπολιτάκη και αυτό είναι το «Πάρκο Εργατιάς», ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων που ρίχνει φως στην ιστορία των Λιπασμάτων και των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν στην περιοχή. Σε κάθε επεισόδιο, συνομιλώ με ερευνητές, τοπικούς φορείς, κατοίκους της περιοχής, και πρώην εργαζομένους, προκειμένου να ανακαλύψω τις ιστορίες πίσω από την άνοδο και την πτώση του εργοστασίου, τα σιωπηλά χρόνια της εγκατάλειψής του, και τους μακροχρόνιους αγώνες που οδήγησαν στο σήμερα.

Μεταφερόμαστε στο τέλος του 19ου αιώνα, όταν η περιοχή που σήμερα βρίσκεται η πόλη της Δραπετσώνας ήταν ένας τόπος έρημος, παρθένος από κάθε λογής ανθρώπινη δραστηριότητα. Συνομιλώ με το Νίκο Μπελαβίλα, Καθηγητή Πολεοδομίας και Ιστορίας της Πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και την Ελένη Κυραμαργιού, Ιστορικό και Εντεταλμένη Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ιστορικων Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, οι οποίοι με βάζουν στο κλίμα εκείνης της εποχής.

Ν.Μ: «Σε μια έρημη άδεια έκταση που ξεκινάει από τον Άγιο Διονύση και φτάνει μέχρι τις άκρες του Ακροκεράμου, λοφώδης, βραχώδης, δίπλα στη θάλασσα, ουσιαστικά στη βόρεια και δυτική είσοδο του λιμανιού του Πειραιά, δεν υπήρχανε στα τελη του αιώνα παρά ελάχιστα εργαστήρια και λίγες ελάχιστες κατοικίες μαζι με το πορνείο των Βούρλων που ειχε κατασκευαστει εκεί στο τέλος του αιώνα.»

Δίπλα στην αραιοκατοικημένη τότε Δραπετσώνα, μια πόλη αναπτύσσεται μανιωδώς και πολύ γρήγορα μετατρέπεται στο πρώτο μεγάλο λιμάνι της χώρας. Αυτή δεν είναι άλλη από την πόλη του Πειραιά. Πώς συνδέεται η δημιουργία της Δραπετσώνας με τη βιομηχανική ανάπτυξη του Πειραιά και πώς οδηγούμαστε τελικά στην ίδρυση του εργοστασίου Λιπασμάτων;

Ε.Κ.: «Μετά τα τέλη του 19ου αιώνα και την περαιτέρω ανάπτυξη του λιμανιού, αρχίζει να μετατοπίζεται η βιομηχανική περιοχή του Πειραιά, από τη Λεύκα και τα Καμίνια, στο παράκτιο μέτωπο και συγκεκριμένα στους όρμους Φορών και Σφαγείων. Στον ομώνυμο όρμο, δημιουργούνται τα σφαγεία του Πειραιά, τα σφαγεία βρίσκονται στην πραγματικότητα μέσα στο χώρο του Πάρκου Λιπασμάτων σήμερα. Την ίδια περίοδο, αρχίζει σταδιακά και η μετατόπιση της βιομηχανικής ζώνης του Πειραιά προς το παράκτιο μέτωπο, όπου τα πρώτα μικρά ελαιουργεία, σαπουνοποιία και το τσιμεντοποιείο Ζαβογιάννη - Ζαμάνη δημιουργούνται στο παράκτιο αυτό μέτωπο. Παράλληλα με τις βιομηχανικές μονάδες, στην ευρύτερη περιοχή της Δραπετσώνας, τόσο γύρω από το νεκροταφείο και τα πορνεία των Βούρλων όσο και δίπλα, στην άλλη άκρη του συνοικισμού, πλάι στους τοίχους των μεγάλων αυτών εργοστασίων, αρχίζουν να χτίζονται και οι πρώτοι οικιστικοί θύλακες οι οποίοι φιλοξενούν τους εργαζόμενους στις μονάδες αυτές.»
Ν.Μ.: «Στη θάλασσα, το ναυπηγείο Βασιλειάδη που εγκαταστάθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχές του 20ου και την ίδια εποχή άρχισαν να χτίζονται οι μόνιμες κτιστές δεξαμενές κάτω από την Ηετιώνεια. Σε αυτή την πολύ μεγάλη έκταση, ήδη ο Βασιλειάδης, το μεγάλο μηχανουργείο ήταν η πρώτη βιομηχανική εγκατάσταση, δίπλα οι λιμενικές δεξαμενές ήταν η δεύτερη βιομηχανική εγκατάσταση και ακολουθεί η εγκατάσταση του εργοστασίου των λιπασμάτων στην άκρη του ακρωτηρίου της Δραπετσώνας που σταδιακά κατέλαβε την έκταση των 240 στρεμμάτων, ένα τεράστιο μέγεθος για την βιομηχανία της εποχής.»
Ν.Μ.: «Ουσιαστικά το εργοστάσιο των λιπασμάτων της Δραπετσώνας είναι η πρώτη μεγάλης κλίμακας βαριά βιομηχανία που χωροθετείται στον Πειραιά.»

Η σταδιακή εγκατάσταση εργοστασιακών μονάδων στο μέχρι τότε απάτητο έδαφος της Δραπετσώνας, οδηγούν τελικά στην ίδρυση της πρώτης μεγάλης βιομηχανίας στην περιοχή. Στις 25 Απριλίου του 1909, ιδρύεται η Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, γνωστή και ως «Λιπάσματα». Ποιοί ήταν οι άνθρωποι πίσω από την ίδρυση και διαμόρφωση του εργοστασίου; Σε ποιους τομείς δραστηριοποιήθηκε η εταιρεία και ποιά η ανάπτυξή της μέσα στο χρόνο;

Ν.Μ.: «1909, ιδρύεται η ΑΕΕΧΠΛ. Δύο χρόνια αργότερα έρχεται δίπλα της ακριβώς και εγκαθίσταται μια άλλη, πρωτοποριακή εταιρεία για την εποχή, που είναι η ΑΓΕΤ Ηρακλής. Την εταιρεία των λιπασμάτων, την ΑΓΕΤ Ηρακλής και μια σειρά άλλα εργοστασια χημικής βιομηχανίας επί της οδού Πειραιώς και στην Ελευσίνα τα κατασκευάζει, τα δημιουργούν, σχεδιάζουν μια ομάδα νέων μηχανικών, κυρίως χημικών και πολιτικών μηχανικών, οι οποίοι ήρθανε σπουδαγμένοι από Πολυτεχνείο της Ζυρίχης, το ΕΤΗ. Είναι αυτός ο περιβόητος Κύκλος ή Όμιλος της Ζυρίχης, όπως λέγεται από τους ιστορικούς, ανθρώπων οι οποίοι πήραν στα χέρια τους τα ηνία, τα εγκαίνια της ελληνικής βιομηχανίας και την μετασχημάτισαν μέσα στην περίοδο του μεσοπολέμου. Νικόλαος Κανελλόπουλος εκ των ιδρυτών και κορυφαίος, Αλέξανδρος Ζαχαρίου, πολιτικός μηχανικός ο οποίος πρωτοστατεί στην εισαγωγή του μπετόν-αρμέ στην Ελλάδα. Η εταιρεία σταδιακά αναπτύσσεται με οξέα, λιπάσματα, και γυαλί για τις φιάλες των οξέων και, σε δεύτερη φάση, φτιάχνεται το μεγάλο υαλουργείο, το οποίο βγάζει και καλλιτεχνήματα από γυαλί και μεγάλους υαλοπίνακες, και πρέπει να είναι το πρώτο υαλουργείο τέτοιου μεγέθους που έχουμε στην Ελλάδα. Ως τότε, τα υαλουργεία ήταν μικρές βιοτεχνίες με ανθρώπους που φυσούσαν το γυαλί, ενώ τώρα πια, υπήρξαν φούρνοι, υπήρξαν μεγάλα μηχανήματα τα οποία παρήγαγαν πλάκες γυαλιού πολύ μεγάλων διαστάσεων. Από ένα σημείο και μετά, κυρίως μετά τον πόλεμο, θα μπει δυναμικά και στον τομέα των μεταλλείων, εκμεταλλευόμενη η εταιρεία των Λιπασμάτων, μεταλλεία σε όλα την Ελλάδα, απ’ την Ερμιόνη, Χίο, έφτασε η χάρη τους μέχρι την Κύπρο.»

Σύντομα, τα Λιπάσματα μετατρέπονται σε ένα πολυδιάστατο βιομηχανικό συγκρότημα που αναπτύσσεται ραγδαία. Ο Κύκλος της Ζυρίχης, με την επιστημονική του γνώση και την έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκεί στην περιοχή, στήνει από το μηδέν τη βιομηχανική ζώνη της Δραπετσώνας, και προδιαγράφει την ταυτότητα της, μια ταυτότητα, η οποία την ακολουθεί μέχρι και σήμερα. Παράλληλα όμως, τα Λιπάσματα ανοίγουν και ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνική βιομηχανία. Ως ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα της Β’ βιομηχανικής επανάστασης στην Ελλάδα, η εταιρεία διατηρεί μια φυσιογνωμία πολύ διαφορετική από τις μέχρι τότε βιομηχανικές επιχειρήσεις. Στον τύπο της εποχής, υπερπροβάλλεται η συμβολή της εταιρείας στην εγκαθίδρυση ενός νεωτερικού βιομηχανικού μοντέλου, πρωτόγνωρου για τα ελληνικά δεδομένα.

Ε.Κ.: «Νομίζω ότι αυτό που φέρνει εκείνη τη στιγμή το εργοστάσιο έχει μια μοναδικότητα σε σχέση με τη σύστασή του, δηλαδή ότι δεν μετέχουν μόνο ιδιώτες, αλλά μπαίνει και το τραπεζικό σύστημα ως μέτοχοι στην ανώνυμη εταιρεία, αποκτούν μετοχές. Ταυτόχρονα, φέρνει μηχανήματα από το εξωτερικό όπως όμως φέρνουν και οι περισσότερες βιομηχανίες εκείνη την περίοδο, και δημιουργεί ένα προϊόν που μέχρι τότε δεν παραγόταν σε τόσο ευρεία κλίμακα, με στόχο να βοηθήσει στην αύξηση της παραγωγής, στην επέκταση των οικονομικών δραστηριοτήτων και να αναπτύξει με άλλους όρους τη γεωργία και την παραγωγή αγροτικών προϊόντων. Κυρίως νομίζω ότι είναι η ανάπτυξη του πληθυσμού, η ανάγκη για την ανάπτυξη της γεωργίας, την παραγωγή περισσότερων γεωργικών προϊόντων και σε συνδυασμό με την κρατική αρωγή, τη βοήθεια, τις επιδοτήσεις, τη μείωση της φορολογίας που πρόσφερε η κυβέρνηση για να μπορέσουν τα Λιπάσματα να γίνουν πιο θελκτικά προς τους αγρότες. Αυτή είναι απ’ τη μια πλευρά η βοήθεια, η αρωγή που πρόσφερε το κράτος στην ίδια την επιχείρηση.»

Ήδη από την ίδρυσή τους, τα Λιπάσματα απολάμβαναν τη στήριξη του κράτους και των τραπεζών, ένα πρωτοφανές φαινόμενο για την εποχή, που όμως δε συνέβη τυχαία. Λίγα χρόνια πριν, είχε αρχίσει να προωθείται η σημασία της χημικής λίπανσης για την ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής, η οποία θα αντικαθιστούσε τη χρονοβόρα μέθοδο της αγρανάπαυσης που χρησιμοποιούσαν τότε οι γεωργοί. Παράλληλα, πολλοί ειδικοί στον κλάδο της χημείας τόνιζαν ότι η Ελλάδα διαθέτει άφθονες πρώτες ύλες για τη βιομηχανική παραγωγή λιπασμάτων, οι οποίες ωστόσο παρέμεναν ανεκμετάλλευτες. Σε αυτό το σκηνικό, ο Νικόλαος Κανελλόπουλος, μαζί με τον υπόλοιπο Κύκλο της Ζυρίχης, αρπάζουν την ευκαιρία και στήνουν την πρώτη βιομηχανία παραγωγής χημικών λιπασμάτων στην Ελλάδα, δημιουργώντας μια νέα αγορά στην εγχώρια γεωργία. Ο μονοπωλιακός χαρακτήρας του εργοστασίου, σε συνδυασμό με τις ανάγκες της εποχής για αύξηση της αγροτικής παραγωγής, προσελκύει τους τραπεζικούς οργανισμούς και δημιουργεί ένα σημαντικό μοχλό πίεσης προς το κράτος, διεκδικώντας την αμέριστη στήριξή του. Με τραπεζικές και κρατικές πλάτες, και ένα μονοπώλιο που διήρκησε για περίπου μισό αιώνα, ήταν αναπόφευκτο ότι το εργοστάσιο Λιπασμάτων θα αποτελούσε τον σημαντικότερο εργοδότη της περιοχής.

Η γρήγορη ανάπτυξη του εργοστασίου συνέπεσε με μια ιστορική συγκυρία που θα άλλαζε ριζικά τα δεδομένα της περιοχής. Μετά την ήττα της Ελλάδας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του ‘19-’22 και τη Μικρασιατική Καταστροφή, καταφθάνουν στο λιμάνι του Πειραιά χιλιάδες πρόσφυγες αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Στην ευρύτερη περιοχή, υπάρχουν ήδη, από τις αρχές του αιώνα, γειτονιές προσφύγων κυρίως από τον Εύξεινο Πόντο, όμως η Μικρασιατική Καταστροφή φέρνει στη Δραπετσώνα ένα τεράστιο αριθμό προσφύγων και, όπως είναι μάλλον προφανές, και έναν τεράστιο αριθμό εργατών.

Ε.Κ.: «Η ανάπτυξη αυτή της εταιρείας συνέπεσε με την άφιξη των προσφύγων. Οπότε η κατοίκηση της Δραπετσώνας είναι σαν να συνυπήρχε με την ανάπτυξη της εταιρείας και να ακολουθήθηκαν, κάπως, παράλληλες πορείες και αλληλοεξαρτώμενες.»
Ν.Μ: «Ήδη από το 1906-1907 έχουμε τις πρώτες ροές προσφύγων από τον Εύξεινο Πόντο κυρίως. Είμαστε πολλά χρόνια πριν από την καταστροφή της Σμύρνης. Αρμένιοι και Μαυροθαλασσίτες της Βουλγαρίας, των ακτών της Βουλγαρίας και Ρουμανίας, κατεβαίνουν μέσα στα πλαίσια των εθνοκαθάρσεων των Βαλκανίων που προκάλεσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, μέσα στα πλαίσια της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατεβαίνουν στον Πειραιά και τότε εντοπίζονται, στήνονται οι πρώτες παράγκες στην ακτή του Αγίου Διονυσίου. Φαίνεται ότι αυτή η πρώτη ροή γεννάει δύο γειτονιές. Η μία είναι η Δραπετσώνα και η άλλη είναι η Αρμένικη κοινότητα της Παλιάς Κοκκινιάς.
Ε.Κ.: «Ήτανε μια σχέση ανοχής, από το κράτος προς τους πρόσφυγες και αντίστροφα, η ύπαρξη αυτής της παραγκούπολης. Εννοώ δηλαδή ότι το κράτος επέτρεψε την καταπάτηση της γης, το χτίσιμο των αυτοσχέδιων αυτών παραπηγμάτων, κυρίως γιατί τα εργοστάσια της ευρύτερης περιοχής πρόσφεραν δουλειά, προσωρινή ή μονιμότερη στους πρόσφυγες και αντίστοιχα οι πρόσφυγες, κυρίως λόγω του ότι μπορούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή να εξασφαλίσουν εργασία στις βιομηχανικές αυτές μονάδες, δεν διαμαρτύρονταν τόσο έντονα για τις συνθήκες ζωής τους. Υπήρχε μια ισορροπία. Το εργοστάσιο των Λιπασμάτων ήταν ένας βασικός ρυθμιστής, κατά τη γνώμη μου, αυτής της ισορροπίας γιατί πρόσφερε εργασία στους προσφυγικούς αυτούς πληθυσμούς. Σε κακές, πολλές φορές, συνθήκες, σε ένα ανθυγιεινό και σκληρό περιβάλλον, αλλά που η ύπαρξη εργασίας εκείνη τη στιγμή ήταν πολύ πιο σημαντική και καίρια για την επιβίωση των ανθρώπων από τις συνθήκες.»

Η βιομηχανική ανάπτυξη του Πειραιά φέρνει στο παρθένο έδαφος της Δραπετσώνας ένα εργοστάσιο που έμελλε να γίνει η ναυαρχίδα της χημικής βιομηχανίας στην Ελλάδα. Μέσα από την καινοτομία και τις ευνοϊκές οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες, το εργοστάσιο των Λιπασμάτων χαράζει το λαμπρό του μέλλον, ένα μέλλον που χτίζεται πάνω στις πλάτες των χιλιάδων προσφύγων από την Μικρά Ασία που καταφθάνουν στην περιοχή. Δίπλα στις ακτές της Δραπετσώνας, η παραγωγή ανθίζει, οι μηχανές δουλεύουν μανιωδώς, και μέσα από την ανάγκη για επιβίωση και τον μόχθο των προσφύγων, μια κοινωνία γεννιέται στις μάντρες των εργοστασίων.

Είμαι η Έλλη Ξυπολιτάκη και αυτό ήταν το πρώτο επεισόδιο του Πάρκου Εργατιάς. Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο, μπορείτε να ακολουθήσετε το κανάλι του Πολυχώρου Λιπασμάτων στο Spotify και στα Google και Apple Podcasts ή σε όποια άλλη πλατφόρμα προτιμάτε.

Το «Πάρκο Εργατιάς» είναι μια παραγωγή του Spoovio σε συνεργασία με τον Πολυχώρο Λιπασμάτων, το Κέντρο Δια Βίου Μάθησης Κερατσινίου – Δραπετσώνας, τον οργανισμό COMM’ON και το Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας. Πραγματοποιείται με την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Έρευνα – Σενάριο – Αφήγηση: Έλλη Ξυπολιτάκη
Sound Design – Μίξη ήχου: Βασίλης Βήττας, Έλλη Ξυπολιτάκη

Ένας Σύνδεσμος από το Παρελθόν

Διαβάστε περισσότερα

Στο πρώτο επεισόδιο ακούγονται οι:

  • Στέλλα Αφεντάκη (ΣΑ): Κάτοικος του εργατικού οικισμού του εργοστασίου των λιπασμάτων
  • Γεωργία Ιωαννίδου-Χατζοπούλου (ΓΙΧ): Κάτοικος του εργατικού οικισμού του εργοστασίου των λιπασμάτων
  • Ελένη Κυραμαργιού (ΕΚ): Ιστορικός, Εντεταλμένη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
  • Νίκος Μπελαβίλας (ΝΜ): Καθηγητής Πολεοδομίας και Ιστορίας της πόλης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Επιστημονικός Υπεύθυνος για το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Πολυχώρου Λιπασμάτων Δραπετσώνας
ΣΑ: «Είχαμε και δικό μας γήπεδο, δικό μας σχολείο, δικό μας γιατρό, τα πάντα ήτανε των Λιπασμάτων.»
ΓΙΧ: «Οι συνθήκες εκεί και οι συνθήκες που υπήρχαν στη Δραπετσώνα, όντως ήταν σαν να ήσουνα στο Κολωνάκι.»

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν η κοινωνία της Δραπετσώνας στήνεται από το μηδέν, αποτελώντας ένα καταφύγιο για τους πρόσφυγες που καταφθάνουν μαζικά από τον Εύξεινο Πόντο και τη Μικρά Ασία. Η παρουσία του εργοστασίου των Λιπασμάτων είναι καθοριστική για την εξέλιξη της περιοχής, και, πολύ γρήγορα, γίνεται συνώνυμο της ίδιας της πόλης.

 

Ο εκκωφαντικός ήχος της σειρήνας του εργοστασίου μαρτυρά την αλλαγή της βάρδιας και χιλιάδες εργάτες στοιβάζονται στις πύλες του για το μεροκάματο. Οι περισσότεροι από αυτούς κατοικούν στις προσφυγικές παραγκουπόλεις που δημιουργήθηκαν άναρχα γύρω από τις μάντρες του εργοστασίου, και δεν διέθεταν ούτε τα στοιχειώδη, όπως τρεχούμενο νερό, αποχέτευση, και δρόμους. Τα πράγματα όμως δεν ήταν για όλους το ίδιο. Μέσα στις εγκαταστάσεις του βιομηχανικού συγκροτήματος των Λιπασμάτων, αναδύεται ένας εργατικός οικισμός, έτοιμος να φιλοξενήσει τα ανώτερα στελέχη και το εξειδικευμένο προσωπικό του εργοστασίου με τις οικογένειές τους. Γι’ αυτούς, η ζωή έφερε σίγουρα, μια καλύτερη ζαριά.

 

Είμαι η Έλλη Ξυπολιτάκη και αυτό είναι το «Πάρκο Εργατιάς», ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων που ρίχνει φως στην ιστορία των Λιπασμάτων και των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν στην περιοχή. Σε κάθε επεισόδιο, συνομιλώ με ερευνητές, τοπικούς φορείς, κατοίκους της περιοχής, και πρώην εργαζομένους, προκειμένου να ανακαλύψω τις ιστορίες πίσω από την άνοδο και την πτώση του εργοστασίου, τα σιωπηλά χρόνια της εγκατάλειψής του, και τους μακροχρόνιους αγώνες που οδήγησαν στο σήμερα.

 

Για να ανακαλύψετε την ιστορία των Λιπασμάτων, όπως αυτή εξελίχθηκε μέσα στο χρόνο, σας προτείνουμε να ξεκινήσετε από το πρώτο επεισόδιο και να συνεχίσετε διαδοχικά με τα υπόλοιπα.

 

 

Μία από τις μεγαλύτερες μονάδες του εργοστασίου των Λιπασμάτων ήταν το Υαλουργείο, το κτίριο του οποίου διασώζεται μέχρι και σήμερα. Η παραγωγή του ξεκίνησε για να καλύψει τις ανάγκες αποθήκευσης και μεταφοράς των προϊόντων σε γυάλινες φιάλες, όμως, πολύ γρήγορα, η διεύθυνση της εταιρείας έπρεπε να δώσει λύση σε ένα σημαντικό πρόβλημα. Εκείνη την εποχή, πολλά από τα προϊόντα του υαλουργείου δημιουργούνταν με την τεχνική του φυσητού γυαλιού, η οποία απαιτούσε μακρόχρονη εκπαίδευση και εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων. Ήταν μια δουλειά που απαιτούσε “γερά πνευμόνια” και για πολλούς δεν άξιζε το ρίσκο. Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί ένα ισχυρό κίνητρο, ώστε η εταιρεία να προσελκύσει τους εξειδικευμένους τεχνίτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό και να τους κάνει να παραμείνουν στο εργοστάσιο. Η διοίκηση αποφασίζει, το 1913, την κατασκευή του εργατικού οικισμού των Λιπασμάτων, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «οικήματα».

 

Τα οικήματα ολοκληρώθηκαν σταδιακά, μέσα σε λίγα χρόνια, και περιλάμβαναν κατοικίες διαφορετικού τύπου, οι οποίες δίνονταν στους εργαζομένους ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία της εταιρείας. Τα ανώτερα στελέχη, οι εξειδικευμένοι τεχνίτες, και οι υπάλληλοι ήταν εκείνοι που έπαιρναν το “χρυσό εισιτήριο” για να ζήσουν στα οικήματα μαζί με τις οικογένειές τους. Πώς ήταν όμως η ζωή μέσα στον εργατικό οικισμό των Λιπασμάτων; Συνομιλώ με τη Γεωργία Ιωαννίδου-Χατζοπούλου, κόρη ενός τεχνίτη του υαλουργείου, η οποία μεγάλωσε στα οικήματα τη δεκαετία του ‘50, και της ζητώ να μου περιγράψει τη ζωή της εκεί.

ΓΙΧ: «Πήγα στα Λιπάσματα όταν ήμουν 5 χρονών, δηλαδή το ‘55. Είχε πάρα πολύ ωραία ρυμοτομία, σαν ένα μικρό χωριό, δεν ήτανε πλατείες, αλλά ήτανε χώροι που είχανε δέντρα και κόβανε λοιπόν, δεν ήταν ένας ξερός τόπος που είχαν φυτέψει τα σπίτια, να το πω έτσι. Αλλά, ενδιάμεσα είχε χώρους που είχανε δέντρα. Σε αυτούς τους χώρους παίζανε τα παιδιά, σαν αλάνες. Μέσα στις παροχές που δίνανε ήτανε, εκτός από το σπίτι που δεν πλήρωνες ενοίκιο, είχες παροχή ρεύματος και νερού τελείως δωρεάν. Εκείνη την εποχή λοιπόν, που ο κόσμος, κακά τα ψέματα, πεινούσε, το ‘60, ‘58, εμείς οι καλομαθημένοι είχαμε ηλεκτρικές σόμπες για να ζεσταινόμαστε. Τους λέω εγώ έχω μεγαλώσει στο Κολωνάκι.

Τη δική της εμπειρία μου αφηγείται και η Στέλλα Αφεντάκη, κόρη ενός ανώτερου στελέχους του εργοστασίου, η οποία έμενε στα οικήματα τη δεκαετία του ‘40 και του ‘50, και πέρασε εκεί όλη τη παιδική και εφηβική της ηλικία.

ΣΑ: «Πολλές φορές γινόταν κατάχρηση, και το συζητούσαμε στο σπίτι. Ακόμα και τη μέρα τα φώτα ήταν αναμμένα, επειδή δεν τα πληρώναμε. Όταν σβήναμε τα φώτα το βράδυ, τα μπουριά γινόντουσαν κόκκινα, τόση ζέστη είχαμε. Ποτέ μου δεν διαμαρτυρήθηκα ότι δεν είμαι ευχαριστημένη γι’ αυτό και γι’ αυτό το λόγο.»

Πέρα από το προνόμιο της δωρεάν ή εξαιρετικά φθηνής στέγασης, η διοίκηση του εργοστασίου παρείχε στους κατοίκους των οικημάτων μια σειρά από υπηρεσίες όπως περίθαλψη, συσσίτιο, λουτρά, και ψυχαγωγία, ενώ διέθετε και συνεταιρισμό όπου οι εργάτες μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα σε χαμηλότερες τιμές. Σε αυτό το «δελεαστικό» πακέτο παροχών, καθοριστικός ήταν ο ρόλος του σχολείου, στον οποίο η διεύθυνση του εργοστασίου φαίνεται να έδινε ιδιαίτερη σημασία.

ΓΙΧ: «Υπήρχε το σχολείο, που κι αυτό ήταν αποκλειστικά για παιδιά εργαζομένων, και ιδιαίτερα αυτών που μένανε μέσα στον οικισμό. Το σχολείο, η σφραγίδα του ήταν ιδιωτικό, έλεγε Ιδιωτικό Σχολείο Εταιρείας Λιπασμάτων. Εκεί εγώ πήγα σχολείο, όλο το δημοτικό. Η προσφορά που κάνανε οι δασκάλες εκεί ήταν εξαιρετική, το επίπεδο γνώσεων που δίνανε δεν μπορώ να το συγκρίνω με κάτι, ούτε το καλύτερο ιδιωτικό της εποχής δεν το ‘κανε αυτό. Από εκεί, όσοι περάσανε, οι περισσότεροι βγήκαν επιστήμονες. Την 28η Οκτωβρίου κάνανε σκετς, τα λέγανε, και ποιήματα που αναφέρονταν στα γεγονότα και κάνανε και βράβευση των καλών μαθητών. Ερχόταν όμως ο διευθυντής από το εργοστάσιο, παρακολουθούσε τη γιορτή και τα βραβεία τα έδινε αυτός.»

Οι προσωπικές μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν στα οικήματα σκιαγραφούν μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από εκείνη των αυτοσχέδιων παραγκουπόλεων που ζούσαν οι πρόσφυγες εργάτες. Οι υποδομές και παροχές των οικημάτων προσέφεραν μια ποιότητα ζωής πολύ καλύτερη από του μέσου εργαζόμενου εκείνη την περίοδο, όχι μόνο στη Δραπετσώνα, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, γεγονός που έκανε πιο θελκτική τη δουλειά στη συγκεκριμένη βιομηχανική μονάδα.

 

Η ύπαρξη των οικημάτων ήταν ιδιαίτερα ελκυστική για τα τότε σημεία των καιρών, όμως η επινόησή τους δεν ήταν στρωμένη με καλές προθέσεις. Η παροχή στέγης και ο τρόπος με τον οποίο προβαλλόταν η κοινωνική πολιτική της εταιρείας στον τύπο, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η απόδειξη της πατερναλιστικής λογικής που υιοθέτησαν οι ιδρυτές των Λιπασμάτων. Η εταιρεία κατάφερνε να έχει τον έλεγχο σε κάθε πλευρά της ζωής των εργαζομένων της, με αποτέλεσμα να ζουν και να υπάρχουν μόνο με τους όρους που έθετε αυτή.

 

Το ημερολόγιο δείχνει 6 Απριλίου του 1941, όταν το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα. Σχεδόν ακαριαία, το λιμάνι και η βιομηχανική ζώνη του Πειραιά βρίσκονται στο στόχαστρο των επιθέσεων και η Δραπετσώνα έρχεται αντιμέτωπη με τη βαναυσότητα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Νίκος Μπελαβίλας, καθηγητής Πολεοδομίας και Ιστορίας της πόλης και η ιστορικός, Ελένη Κυραμαργιού, μου εξηγούν τα γεγονότα.

ΝΜ: «Κατα τη διάρκεια της κατοχής, τα Λιπάσματα λειτουργούν για λογαριασμό του γερμανικού στρατού, της γερμανικής πολεμικής μηχανής, υπάρχουν συγκρούσεις μες στο εργοστάσιο, υπάρχουν μπλόκα στο εργοστάσιο και συλλήψεις εργατών οι οποίοι οδηγούνται στη Γερμανία κρατούμενοι. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το συγκρότημα παθαίνει μεγάλες καταστροφές από τους βομβαρδισμούς που ξεκινάνε απ’ το 1941 και τελειώνουν το 1944. Αλλά βρίσκεται μέσα στη δίνη του πολέμου και κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, το Δεκέμβρη του ‘44, τα Λιπάσματα βρίσκονται ακριβώς στο μέτωπο σύγκρουσης των Άγγλων με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, το μέτωπο αυτό είναι η 25ης Μαρτίου, η σημερινή, δηλαδή ο ταινιόδρομος, ο εναέριος, μάλλον, σιδηρόδρομος βαγονέτων που κατέβαζε τα αδρανή από τα νταμάρια του Σελεπίτσαρι μέχρι το τσιμεντάδικο και φτάνανε ως την άκρη των Λιπασμάτων.»
ΕΚ: «Υπήρξαν κινητοποιήσεις των εργαζομένων, ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Νίκανδρος Κεπέσης ήταν εργαζόμενος της εταιρείας, δημιουργήθηκαν μικροί πυρήνες αντίστασης στο προσωπικό του εργοστασίου. Ο συνοικισμός της Δραπετσώνας τώρα, λόγω κυρίως της εγγύτητας του με το λιμάνι του Πειραιά, επλήγη από όλους τους βομβαρδισμούς που έπληξαν το λιμάνι και κυρίως δημιουργούσε μια διαρκή αίσθηση φόβου και αβεβαιότητας, πολύ μεγαλύτερης απ’ ότι είχαν οι κάτοικοι των υπόλοιπων προσφυγικών γειτονιών του Πειραιά.»

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το εργοστάσιο των Λιπασμάτων θεωρείται εν δυνάμει πολεμική βιομηχανία και γίνεται στόχος τόσο από τις δυνάμεις του Άξονα όσο και από τους συμμάχους. Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις βομβαρδίζονται χωρίς σταματημό και πολλοί κάτοικοι των οικημάτων εγκαταλείπουν τις κατοικίες και καταφεύγουν στην ύπαιθρο ή σε άλλες περιοχές της Αθήνας. Κάποιες οικογένειες όμως, έμειναν πίσω. Η Στέλλα Αφεντάκη μου περιγράφει την κατάσταση όπως τη βίωσε η ίδια, ως μικρό παιδί, μέσα στον εργατικό οικισμό των Λιπασμάτων.

ΣΑ: «Όταν σφύραγε η σειρήνα, βράδυ ήτανε, πρωί ήτανε, άλλοι δουλεύανε, άλλοι ήταν στα σπίτια τους, άλλοι κοιμόντουσαν, άλλοι πλενόντουσαν, έπρεπε να τα παρατήσεις όλα όπως ήτανε και να τρέξεις στο καταφύγιο. Πόσες φορές πήγαμε στο καταφύγιο με σαπουνάδες στο κεφάλι. Εμένα από το τρέξιμο, το βράδυ, μου φεύγαν τα παπούτσια, και μετά, γιατί η μάνα μου, ήμουνα πολύ μικρούλα, και με τράβαγε να τρέξω, γιατί δεν μπορούσα, ήμουνα μικρούλα. Και μετά τη λήξη του συναγερμού τα ψάχναμε τα παπούτσια μου. Καταλαβαίνεις τι φόβος, τι τρόμος και τι ταλαιπωρία τραβάγαμε.»

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μπορεί να έληξε με πολλαπλά χτυπήματα για τον άμαχο πληθυσμό της περιοχής, όμως οι προκλήσεις για τους κατοίκους της Δραπετσώνας δεν σταμάτησαν το ‘44. Ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς που ήρθαν αντιμέτωποι οι άνθρωποι του τόπου, ήταν η περιβαλλοντική ρύπανση, που έκανε ασφυκτική την ατμόσφαιρα της περιοχής για πολλές δεκαετίες. Τον Οκτώβριο του ‘46, ο Πρόδρομος Αθανασιάδης-Μποδοσάκης αγοράζει την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας των Λιπασμάτων και το εργοστάσιο δουλεύει μανιωδώς, αφήνοντας το αποτύπωμα του στον αέρα και τη θάλασσα της Δραπετσώνας.

 

Στην περιοχή λειτουργούν ήδη το τσιμεντάδικο της ΑΓΕΤ Ηρακλής και τα διυλιστήρια της αμερικανικής πετρελαϊκής εταιρείας Standard Oil, γνωστής σήμερα ως ExxonMobil, τα οποία συμβάλλουν με τη σειρά τους στην άνευ προηγουμένου περιβαλλοντική καταστροφή.

 

Είτε στα λασπωμένα παραπήγματα των παραγκουπόλεων, είτε μέσα στη “χλιδή” των οικημάτων, η μόλυνση φαίνεται, πως δεν έκανε διακρίσεις. Η Στέλλα και η Γεωργία μου αφηγούνται τις αναμνήσεις τους από εκείνη την εποχή.

ΣΑ: «Έχω πάρει μια φωτογραφία που είναι δεξιά το Ινστιτούτο, αριστερά είναι τα τσιμέντα Ηρακλής, από το μπαλκόνι μου, ήταν διώροφα, εμείς ήμασταν στα διώροφα. Καθόμασταν στο μπαλκόνι, καλοκαίρι τώρα, να πάρουμε λίγο αέρα και κάναμε τη ποδιά μας έτσι και γέμιζε η χούφτα μας τσιμέντο.»
ΓΙΧ: «Τα αέρια που βγάζανε, δεν μπορούσες να σταθείς από τη μυρωδιά, σε έκαιγε. Το λέγανε οξύ, αν φυσούσε δηλαδή, δεν φυσούσε προς τη θάλασσα και φυσούσε προς τον οικισμό, πνιγόσουνα. Πέρα ότι πνιγόσουνα, να σκεφτείς πόσο τοξικό ήτανε, που καταστρέφανε τα ρούχα. Γιατί απλώνανε σε σκοινιά, έξω, τα ρούχα τα βαμβακερά, γινόντουσαν τρύπες τρύπες. Και όταν αρχίσανε να βγαίνουν οι νάυλον κάλτσες, γιατί τα καλσόν βγήκαν αργότερα, οι κάλτσες οι νάυλον που φορούσαν οι γυναίκες, τις απλώνανε και όταν φυσούσε έτσι, τις μαζεύανε και πηγαίνανε να τις φορέσουν και διαλυόταν η κάλτσα φρουτ, έφευγε όλη. Εμείς ήμασταν στη μέση, ανάλογα πώς φυσούσε, ή ερχόταν από το τσιμεντάδικο ή ερχότανε από τα Λιπάσματα.»
ΣΑ: «Η ατμόσφαιρα ήτανε η πλέον ανθυγιεινή, εμάς ίσως μας έσωζε το ότι το καλοκαίρι, 3 μήνες, εγώ και η μαμά μου δηλαδή, γιατί ο πατέρας μου δούλευε και ερχότανε 2-3 φορές τη βδομάδα στην εξοχή, μας έσωζε το ότι παραθερίζαμε, ας πούμε, και αναπνέαμε καθαρό αέρα. Οι περισσότεροι φύγανε άρρωστοι, με κακές αρρώστιες δηλαδή.»

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ιστορίας της, η Δραπετσώνα προδιαγράφει μια δύσκολη ζωή για τους ανθρώπους της. Άλλοτε στη δίνη του πολέμου, και άλλοτε μπροστά στην περιβαλλοντική καταστροφή, κάτοικοι και εργαζόμενοι έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τη σκληρή αλήθεια της πραγματικότητάς τους. Για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες, συσπειρώνονται και μέσα στα οικήματα του εργοστασίου των Λιπασμάτων δημιουργείται μια κοινότητα ανθρώπων, πρόθυμων να αντιμετωπίσουν συλλογικά όσα βρεθούν στο διάβα τους.

ΣΑ: «Όλοι εκεί στα Λιπάσματα ήμασταν μια οικογένεια. Η ζωή μας, ήξερε ο καθένας τι μαγειρεύει ο διπλανός, τι πρόβλημα έχει, γιατί, σας είπα, ήμασταν μια οικογένεια, η μια εμπιστευόταν την άλλη. Να φανταστείς ότι ύστερα από τόσα παιδιά που ήμασταν, κορίτσια, αγόρια, κάνα δυο παντρευτήκανε μεταξύ τους εκεί, δηλαδή έβλεπε ο ένας πραγματικά ότι ήταν αδερφός, ότι ήταν συγγενής. Τώρα με τα εγγόνια, με τα παιδιά, άμα βλεπόμαστε, αγκαλιαζόμαστε, φιλιόμαστε. Όταν κάνει πολύ καιρό η μια να δει την άλλη, "Τι έγινες βρε παιδί μου ανησύχησα, τι έγινες, γιατί δεν ήρθες, γιατί αυτό;" Πονάει ο ένας τον άλλον.»

Οι ισχυροί δεσμοί που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους κατοίκους των οικημάτων, δεν έμειναν κλεισμένοι μέσα στις πύλες του εργοστασίου. Παρά τα προνόμια και τις ανέσεις που απολάμβαναν, δεν ήταν λίγες οι οικογένειες εργαζομένων που στάθηκαν σύμμαχοι σε όσους πάλευαν με τις αντιξοότητες της εποχής, μακριά από το προστατευτικό περιβάλλον των οικημάτων.

ΓΙΧ: «Υπήρχε πολύ καλό κλίμα αλληλεγγύης όμως. Δηλαδή, ο ένας βοηθούσε τον άλλον σε μια στραβή, σε κάτι που κάποιος αρρώσταινε ή κάτι γινότανε, όλοι συμπαραστεκόντουσαν, δεν ήτανε αυτό που δεν ξέρεις τι γίνεται δίπλα σου. Εκεί όλοι είχαν αυτή την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Μαζεύανε, οι γυναίκες το κάναν αυτό πιο πολύ, η μια έφερνε, ό,τι είχανε, ένα κιλό ζάχαρη, η άλλη ένα πακέτο μακαρόνια, η άλλη γάλα, η άλλη μπουρ μπουρ, ό,τι μπορούσε η καθεμιά, τέλος πάντων, τα φέρνανε, τα μαζεύανε σε κάτι τσάντες. Ξέρανε ποια σπίτια ήταν αυτά που χρειαζόντουσαν βοήθεια, όχι στα Λιπάσματα, στα Λιπάσματα, μέσα στα οικήματα, δεν υπήρχε τέτοιο θέμα, αυτοί ήταν άνθρωποι που δεν δουλεύανε, εκτός. Και συνήθως όταν βράδιαζε, φεύγανε, πηγαίνανε εκεί που θα πηγαίνανε, τα αφήνανε έξω από την πόρτα, χτυπάγανε την πόρτα και εξαφανιζόντουσαν για να μην δούνε ποιος τα πάει. Γιατί ήτανε γνωστοί άνθρωποι και θα αισθανόντουσαν άσχημα. Γενικά ήταν σαν μια αδελφοποίηση. Μέχρι τώρα, αν συναντηθούμε άνθρωποι που ήμασταν από εκεί, βλέπεις ότι υπάρχει ένα δέσιμο, το θυμούνται μέσα τους, τώρα είμαστε λίγοι βέβαια.»

Από την πρώτη δεκαετία της ανάπτυξής της, η εταιρεία των Λιπασμάτων ακολουθεί ευλαβικά το νεωτερικό μοντέλο των αμερικανικών και ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Η ίδρυση των οικημάτων είναι το δέλεαρ της εργοδοσίας για να φέρει και να κρατήσει κοντά της τους εξειδικευμένους τεχνίτες, όμως, στην πορεία, αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι κακουχίες, και η περιβαλλοντική καταστροφή, μπορεί να είναι πληγές στη συλλογική μνήμη, αλλά καθώς ξεμπλέκω το νήμα της ιστορίας αυτού του τόπου, καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι της Δραπετσώνας έμαθαν, από πολύ νωρίς, να μάχονται μαζί.

Αυτό ήταν το δεύτερο επεισόδιο του Πάρκου Εργατιάς, ενός ηχητικού ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων που ρίχνει φως στην ιστορία των Λιπασμάτων και των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν στην περιοχή. Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο, μπορείτε να ακολουθήσετε το κανάλι του Πολυχώρου Λιπασμάτων στο Spotify και στα Google και Apple podcasts.

Το «Πάρκο Εργατιάς» είναι μια παραγωγή του Spoovio σε συνεργασία με τον Πολυχώρο Λιπασμάτων, το Κέντρο Δια Βίου Μάθησης Κερατσινίου – Δραπετσώνας, τον οργανισμό COMM’ON και το Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας. Πραγματοποιείται με την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Έρευνα – Σενάριο – Αφήγηση: Έλλη Ξυπολιτάκη
Sound Design – Μίξη ήχου: Βασίλης Βήττας

Σε συνεργασία:

Με την επιχορήγηση και την αιγίδα: